|
Όλα τα κείμενα είναι σε μορφή PDF. Για να μπορέσετε να τα διαβάσετε θα πρέπει να έχετε εγκατεστημένο το Acrobat Reader.
Παρουσίαση Νόμων 3304/2005 και 3488/2006Ο Ν. 3304/2005 και οι νέες αρμοδιότητες του Συνηγόρου του ΠολίτηΗ ψήφιση του Ν. 3304/2005 για την «εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού» αποτελεί τομή για την προαγωγή της αρχής της ισότητας και την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου στη χώρα μας. Το νομοθέτημα αυτό ενισχύει τον ρόλο του Συνηγόρου του Πολίτη, προσθέτοντας νέες αρμοδιότητες που αναμένεται να συμβάλουν στην αποτελεσματικότερη εκπλήρωση της θεσμικής αποστολής του. Με τον νόμο αυτόν ενσωματώθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη δύο Οδηγίες της EE: α) η Οδηγία 2000/43/ΕΚ «περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής» στους τομείς της απασχόλησης, της εργασίας, της συμμετοχής σε σωματεία και επαγγελματικές οργανώσεις, καθώς και στην εκπαίδευση, τις κοινωνικές παροχές και την πρόσβαση στη διάθεση και την παροχή αγαθών και υπηρεσιών που διατίθενται στο κοινό, και β) η Οδηγία 2000/78/ΕΚ «για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού» αποκλειστικά στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας. Οι ρυθμίσεις του εν λόγω νόμου επιδιώκουν να καταπολεμήσουν τα φαινόμενα τόσο της άμεσης όσο και της έμμεσης διάκρισης (άρθρα 3 και 7). Επίσης, παρέχουν ειδική αυτοτελή προστασία έναντι της παρενόχλησης (άρθρο 2, παράγρ. 2) και έναντι της εντολής για διακριτική μεταχείριση (άρθρο 2, παράγρ. 3). Εκτός όμως από την εξειδίκευση των κρίσιμων αυτών εννοιών, οι εν λόγω διατάξεις οργανώνουν, στις βασικές τους γραμμές, ένα σύνθετο και εν μέρει καινοφανές πλέγμα μηχανισμών προστασίας του θιγόμενου προσώπου, που υπερβαίνει κατά πολύ το παραδοσιακό πρότυπο επιβολής κυρώσεων σε εξατομικευμένες περιπτώσεις. Έτσι, μολονότι προβλέπονται, με ασαφή πάντως τρόπο, νέες διευρυμένες διοικητικές και ποινικές κυρώσεις (άρθρα 16 και 17), η έμφαση μετατίθεται στη διαμεσολαβητική δράση ειδικών δημόσιων φορέων για την προώθηση της ίσης μεταχείρισης, στη δραστηριοποίηση της κοινωνίας των πολιτών, τόσο σε επίπεδο ευαισθητοποίησης του κοινού όσο και εκπροσώπησης των θιγομένων, στην πρόβλεψη ειδικών στρατηγικών υλοποίησης για την προώθηση του θεσμοθετημένου κοινωνικού διαλόγου, καθώς και στην ανάληψη θετικών μέτρων. Οι νέες αυτές μορφές δράσης, τις οποίες προβλέπουν ήδη στο κείμενό τους οι σχετικές Οδηγίες, φαίνεται πράγματι να ανταποκρίνονται στις ιδιαιτερότητες των «ευπαθών ομάδων» που είναι και οι αποδέκτες της παρεχόμενης προστασίας, στον συχνά δομικό χαρακτήρα των πρακτικών άνισης μεταχείρισης και στην ανάγκη ευρύτερου κοινωνικού συντονισμού για την καταπολέμηση του φαινομένου των διακρίσεων. Ωστόσο, κατά τη συνήθη κανονιστική πρακτική των οργάνων του ελληνικού κράτους, το κείμενο της ενσωμάτωσης ελάχιστα προσθέτει στο ήδη υφιστάμενο ρυθμιστικό περιεχόμενο-πλαίσιο των δύο κοινοτικών Οδηγιών. Έτσι όμως μεταφέρεται στην πράξη αυτούσιο σχεδόν το βάρος της εξειδίκευσης των θεσμικών αυτών καινοτομιών στους εθνικούς φορείς προώθησης και στα εθνικά όργανα εφαρμογής των ρυθμίσεων. Από πρακτική τουλάχιστον σκοπιά, κρισιμότερη όλων εμφανίζεται η καινοτόμος ρύθμιση του άρθρου 14, με την οποία επιδιώκεται η ανακατανομή του βάρους της απόδειξης περί συνδρομής αθέμιτης διάκρισης μεταξύ εγκαλούντος-θιγομένου και εγκαλουμένου, με τον περιορισμό της υποχρέωσης του πρώτου να τεκμηριώσει την καταγγελία του εις βάρος του δεύτερου απλώς prima facie. Η επαρκής πρόσβαση σε στοιχεία καλείται να αποτελέσει τον θεμέλιο λίθο της ορθής εφαρμογής του νόμου και της αποτελεσματικής εφαρμογής της αντιστροφής του βάρους απόδειξης ειδικότερα. Από την πλευρά του, ο Συνήγορος του Πολίτη, όπως φαίνεται και από τις μέχρι σήμερα ετήσιες εκθέσεις του, έχει ήδη αναλώσει μέρος της δραστηριότητάς του στη διερεύνηση αναφορών πολιτών για άνιση μεταχείριση από όργανα του κράτους. Με τις νέες νομοθετικές διατάξεις, η Αρχή ανέλαβε, εκτός από την αυτονόητη αρμοδιότητά της να προστατεύει τους πολίτες από την κακοδιοίκηση που προσλαμβάνει τη μορφή αθέμιτων διακρίσεων, και τον ρόλο του επίσημου φορέα προώθησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης στο πεδίο του δημόσιου τομέα. Εν όψει ακριβώς της ειδικότερης αυτής αποστολής της, δυνάμει του άρθρου 20, παράγρ. 2 του νέου νόμου, η Αρχή δεν εξαιρείται πλέον από τη διερεύνηση αναφορών σχετικών με την υπηρεσιακή κατάσταση προσωπικού του δημοσίου, όταν αυτές αφορούν σε περιπτώσεις διακριτικής μεταχείρισης εμπίπτουσες στο πεδίο των νέων διατάξεων περί προστασίας. Εκτός όμως από το να ενισχύουν και να επεκτείνουν την αρμοδιότητα του Συνηγόρου του Πολίτη να διαμεσολαβεί σε ατομικές περιπτώσεις ύστερα από αναφορά, οι νέες διατάξεις κωδικοποιούν σειρά και άλλων θεσμικών δυνατοτήτων δράσης. Έτσι, για τους σκοπούς της προώθησης της ίσης μεταχείρισης, ο Συνήγορος του Πολίτη μπορεί να κλιμακώνει την έρευνα και τη διαμεσολάβησή του σε ευρύτερο πεδίο, να συντάσσει σχετικές εκθέσεις και να συμμετέχει ενεργώς στον συντονισμό των κρατικών αρχών και την ευαισθητοποίηση της διοίκησης και της κοινωνίας των πολιτών. Στο πλαίσιο ιδίως των εν λόγω, ευρύτερης εμβέλειας, δράσεών του, ο Συνήγορος του Πολίτη αναμένεται να αξιοποιήσει τη συνεργασία του με τη νέα Επιτροπή Ίσης Μεταχείρισης του Υπουργείου Δικαιοσύνης (άρθρο 21) καθώς και με το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (άρθρο 29, παράγρ. 3), όργανα, που, αν και στερούνται του χαρακτήρα ανεξάρτητης αρχής, έχουν επωμιστεί τον ρόλο των φορέων προώθησης της ίσης μεταχείρισης στο πεδίο του ιδιωτικού τομέα. Ο Ν. 3488/2006 και οι νέες αρμοδιότητες του Συνηγόρου του ΠολίτηΜε τις διατάξεις του Ν.3488/2006, για την «Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών όσον αφορά στην πρόσβαση στην απασχόληση, στην επαγγελματική εκπαίδευση και ανέλιξη, στους όρους και στις συνθήκες εργασίας», επιδιώκεται να αποτυπωθεί συστηματικά ένα νέο, πληρέστερο ρυθμιστικό πλαίσιο για την πιο αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης των δύο φύλων στον τομέα της εργασίας, μέσω ενός συστήματος διευρυμένης έννομης προστασίας και καινοτόμων νομικών εργαλείων. Ο ανωτέρω νόμος ενσωματώνει στην ελληνική έννομη τάξη την Οδηγία 2002/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η οποία τροποποίησε την Οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου «περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, στην επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας». Η Οδηγία αυτή είχε ενσωματωθεί στο εθνικό μας δίκαιο με τον Ν.1414/1984 «Εφαρμογή της αρχής της ισότητας των φύλων στις εργασιακές σχέσεις και άλλες διατάξεις», τις επιμέρους ρυθμίσεις του οποίου αντικατέστησε, σχεδόν στο σύνολό τους, ο Ν.3488/2006. Το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω νόμου είναι διευρυμένο, έτσι ώστε να καταλαμβάνονται όχι μόνον όσοι απασχολούνται αλλά και όσοι είναι υποψήφιοι προς απασχόληση ή προς επαγγελματική κατάρτιση, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας ή μορφή απασχόλησης, τόσο στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, όσο και στα ελευθέρια επαγγέλματα(1). Μάλιστα, ο νόμος καλύπτει και όσους λαμβάνουν επαγγελματική εκπαίδευση ή είναι υποψήφιοι για επαγγελματική εκπαίδευση οποιουδήποτε είδους και οποιασδήποτε μορφής (άρθρα 2, 5 και 6). Επίσης, εισάγεται για πρώτη φορά στο εθνικό δίκαιο ο όρος «σεξουαλική παρενόχληση»(2), ενώ αναδιατυπώνονται οι έννοιες των όρων «άμεση διάκριση», «έμμεση διάκριση» και «παρενόχληση» (άρθρο 3). Μια ακόμη καινοτομία του νόμου είναι ότι αναγνωρίζεται σε συνδικαλιστικά σωματεία, σε άλλα νομικά πρόσωπα καθώς και σε ενώσεις προσώπων που έχουν συναφές έννομο συμφέρον η δυνατότητα να ασκούν, με τη συναίνεση του θιγόμενου, δικαιώματά του ενώπιων διοικητικών ή ανεξάρτητων αρχών και να ασκούν παρέμβαση υπέρ αυτού ενώπιον των δικαστικών αρχών (άρθρο 12, παράγρ. 2). Επίσης, σε περίπτωση παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης λόγω φύλου, επεκτείνεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και μετά από τη λήξη της σχέσης στο πλαίσιο της οποίας υπήρξε διάκριση (άρθρο 12, παράγρ. 1). Προβλέπεται δε ότι η παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης επιφέρει αστικές και διοικητικές κυρώσεις και συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα σύμφωνα με τον υπαλληλικό κώδικα. Επίσης, προβλέπονται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση σεξουαλικής παρενόχλησης (άρθρο 16)(3). Μάλιστα, θεσπίζεται μερική αντιστροφή του βάρους απόδειξης στο πεδίο της μεταχείρισης που ενέχει διάκριση λόγω φύλου, ειδικά για τις αστικές δίκες (άρθρο 17). Σύμφωνα με αυτήν, σε περίπτωση ισχυρισμού περί διακριτικής μεταχείρισης εξαιτίας του φύλου, ο ενάγων οφείλει να προσκομίσει στοιχεία μέσω των οποίων να πιθανολογείται διάκριση, ενώ ο εναγόμενος πρέπει να αποδείξει την έλλειψη συνδρομής προϋποθέσεων οι οποίες θεμελιώνουν τέτοιας μορφής διάκριση. Η αντιστροφή του βάρους απόδειξης εφαρμόζεται τόσο στις διαδικασίες ενώπιον των πολιτικών και των διοικητικών δικαστηρίων, όσο και σε καταγγελίες ενώπιον κάθε άλλης αρμόδιας αρχής, όπως είναι π.χ. ο Συνήγορος του Πολίτη και οι Επιθεωρήσεις Εργασίας(4). Προσδιορίζονται ως μορφές διάκρισης λόγω φύλου, εκτός από την παρενόχληση και τη σεξουαλική παρενόχληση, η εντολή προς άνιση μεταχείριση προσώπου λόγω φύλου (άρθρο 4, παράγρ. 3), η λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση γυναίκας λόγω εγκυμοσύνης ή μητρότητας καθώς και γονέα που κάνει χρήση γονικής άδειας ανατροφής παιδιού (άρθρο 5, παράγρ. 3). Ορίζεται ρητά, επίσης, ότι δεν συνιστά διάκριση η λήψη ή η διατήρηση ειδικών ή θετικών μέτρων που ως σκοπό τους έχουν να εξαλειφθούν διακρίσεις οι οποίες υφίστανται ήδη (άρθρο 4, παράγρ. 4). Αναγνωρίζεται δε στον εργαζόμενο γονέα το δικαίωμα, μετά από το πέρας της άδειας μητρότητας ή της γονικής άδειας ανατροφής τέκνου, να επιστρέψει στη θέση εργασίας του ή σε ισοδύναμη θέση και να επωφεληθεί από οποιαδήποτε βελτίωση των συνθηκών εργασίας, την οποία θα δικαιούνταν κατά την απουσία του (άρθρο 5, παράγρ. 3) Διευρύνεται η έννοια του όρου «αμοιβή», ώστε να συμπεριλαμβάνονται όχι μόνο μισθοί, αλλά και όποια άλλα οφέλη παρέχονται από τον εργοδότη εξαιτίας ή με αφορμή την απασχόληση του εργαζομένου (άρθρο 7, παράγρ. 2). Απαγορεύεται η καταγγελία ή η με οποιοδήποτε τρόπο λύση της εργασιακής σχέσης για λόγους φύλου, οικογενειακής κατάστασης ή όταν συνιστά εκδικητική συμπεριφορά του εργοδότη λόγω του ότι ο εργαζόμενος δεν ενέδωσε σε σεξουαλική ή άλλη παρενόχληση (άρθρο 9). Επίσης, καθιερώνεται υποχρέωση των συνδικαλιστικών οργανώσεων να ενημερώνουν τα μέλη τους τόσο σχετικά με το περιεχόμενο του νόμου, όσο και αναφορικά με τα μέτρα που λαμβάνονται για την εφαρμογή του και για την εξασφάλιση της ισότητας αμοιβής και της αρχής της ίσης μεταχείρισης των δύο φύλων, όπως και υποχρέωση των εργοδοτών να προάγουν την ισότητα στον χώρο εργασίας με τρόπο προγραμματισμένο και συστηματικό (άρθρο 11). Ο νόμος αυτός ενισχύει τον ρόλο του Συνηγόρου του Πολίτη καθώς αναγορεύεται σε φορέα παρακολούθησης της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στον τομέα της απασχόλησης αλλά και φορέα άσκησης διαμεσολάβησης μεταξύ του θιγόμενου και αυτού που φέρεται ότι παραβίασε την αρχή, προκειμένου να αρθεί η προσβολή της ίσης μεταχείρισης. Οι δε αρμοδιότητες και το πεδίο δράσης της Αρχής επεκτείνονται στις σχέσεις των φυσικών ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου. Όσον αφορά στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε), το οποίο είναι αρμόδιο να επιβάλλει τις προβλεπόμενες διοικητικές κυρώσεις ή να προσφεύγει στη δικαιοσύνη για την επιβολή των ποινικών κυρώσεων, τα κατά τόπον Τμήματα Κοινωνικών Επιθεωρήσεων αναλαμβάνουν την υποχρέωση να ενημερώνουν άμεσα τον Συνήγορο του Πολίτη για τις καταγγελίες που σχετίζονται με άνιση μεταχείριση και να υποβάλλουν σε αυτόν τα αποτελέσματα του ελέγχου τους(5). Περαιτέρω, παρέχεται η αρμοδιότητα στην Αρχή να διεξάγει ιδίαν έρευνα και να διαμορφώνει το τελικό πόρισμα της καταγγελίας (άρθρο 13). (1) Επίσης, οι διατάξεις εφαρμόζονται στη ναυτική και την αγροτική εργασία, οι οποίες κατά τα λοιπά διέπονται από ειδικές, εκτός της κοινής εργατικής νομοθεσίας, ρυθμίσεις. (2) Ο ορισμός της σεξουαλικής παρενόχλησης που περιέχεται στον νόμο υπήρξε αντικείμενο έντονης κριτικής. Επισημάνθηκε κυρίως ότι περιέχονται αξιολογικές έννοιες, που δεν απαντούν στον Ποινικό Κώδικα ή σε άλλους ποινικούς νόμους και των οποίων το περιεχόμενο δεν είναι πάντα εύκολο να αξιολογηθεί με ακρίβεια, έτσι ώστε να καθίσταται πιθανότατο να προκύψουν εστίες αοριστίας και επομένως προβλήματα κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της διάταξης. Παρά την κριτική αυτή, αξιολογήθηκε ως σημαντική η εισαγωγή της έννοιας αυτής στην ελληνική έννομη τάξη. (3) Όσον αφορά στις προβλεπόμενες κυρώσεις, παρατηρούνται σημαντικές διαφορές μεταξύ του αρχικού νομοσχεδίου και του νόμου που τελικά ψηφίστηκε. Ενώ αρχικά προβλέπονταν κυρώσεις για όποιον διαπράττει το αδίκημα της σεξουαλικής παρενόχλησης, όπως αυτό ορίζεται από το ίδιο το νομοθέτημα, στο τελικό κείμενο του νόμου οι κυρώσεις αφορούν όποιον «τελεί την πράξη της παράγρ.1 του άρθρου 337 του Ποινικού Κώδικα», το οποίο, όμως, αναφέρεται στην προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, αδίκημα που δεν ταυτίζεται με αυτό της σεξουαλικής παρενόχλησης. (4) Αξίζει να σημειωθεί ότι αντίστοιχη πρόβλεψη σχετικά με τη μερική αντιστροφή του βάρους απόδειξης περιέχεται στο άρθρο 14 του Ν.3304/2005, αναφορικά με περιπτώσεις παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης στον τομέα της απασχόλησης λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού. (5) Οι επιθεωρητές εργασίας εξετάζουν κάθε καταγγελία, επώνυμη ή ανώνυμη, γραπτή ή προφορική και κάθε αίτημα που υποβάλλεται και αφορά στην ορθή εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας. Η καταγγελία οδηγεί σε έλεγχο της επιχείρησης που φέρεται ότι παραβαίνει την εργατική νομοθεσία και, εφ’όσον διαπιστωθεί παράβαση των διατάξεων, στην επιβολή κυρώσεων. Επίσης, στην περίπτωση κατά την οποία ζητηθεί, διενεργείται συμφιλιωτική παρέμβαση για την επίλυση εργατικών διαφορών μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών (άρθρα 6&7, Ν.2639/1998). Σχετικές Συνδέσεις
© ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ 2007
Χατζηγιάννη Μέξη 5, 115 28 Αθήνα, 3ος όροφος fax: 210 7292129 Email: diakriseis@synigoros.gr |