Όλα τα κείμενα είναι σε μορφή PDF. Για να μπορέσετε να τα διαβάσετε θα πρέπει να έχετε εγκατεστημένο το Acrobat Reader.
O Συνήγορος του Πολίτη

Διακρίσεις λόγω αναπηρίας

Παρουσιάζονται συνοπτικά, αναφορές πολιτών που χειρίστηκε ο Συνήγορος του Πολίτη, σχετικά με αθέμιτες διακρίσεις, τις οποίες σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των αναφερόμενων είχε διενεργήσει εις βάρος τους η διοίκηση, κατά παράβαση των διατάξεων περί ίσης μεταχείρισης.

Έτος 2007

Απασχόληση και εργασία

Α. Πρόσβαση στον χώρο εργασίας (υπόθεση 1955/2006)

Πολίτης με αναπηρία διαμαρτυρήθηκε για την αδυναμία πρόσβασής του στον χώρο εργασίας του λόγω έλλειψης κατάλληλης κτιριακής υποδομής (έλλειψη ράμπας και ανελκυστήρα). Κατά τη διερεύνηση της αναφοράς (Ετήσια Έκθεση 2006, σελ. 236), ανέκυψε θέμα ερμηνείας του άρθρου 28 του ν. 2831/2000, δηλαδή αν μεταξύ των χώρων στους οποίους επιβάλλονται οι ειδικές κτιριακές ρυθμίσεις για τα άτομα με αναπηρίες, περιλαμβάνονται και βιομηχανικά κτίρια ή αποθήκες.

Η Αρχή, θεωρώντας πως θα πρέπει ο νομοθέτης να ενσωματώσει τις απαραίτητες ρυθμίσεις στο Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό, απηύθυνε πρόταση προς το Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε και το ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α,. με την οποία ζήτησε τη διεύρυνση των προβλεπομένων χώρων στους οποίους επιβάλλονται οι ειδικές κτιριακές ρυθμίσεις για τα ΑΜΕΑ, ώστε να περιλαμβάνονται όλες οι χρήσεις. Η πρόταση της Αρχής βασίζεται στο Σύνταγμα (άρθρο 21, παράγραφος 6), που ορίζει ως δικαίωμα των ατόμων με αναπηρία να απολαμβάνουν μέτρα που εξασφαλίζουν και την επαγγελματική τους ένταξη και τη συμμετοχή τους στην κοινωνική - οικονομική ζωή της Χώρας, καθώς και στο άρθρο 10 του Ν.3304/2005. Από την εν λόγω διάταξη πηγάζει η υποχρέωση του εργοδότη να λάβει όλα τα ενδεδειγμένα, κατά περίπτωση, μέτρα, προκειμένου τα άτομα με αναπηρία να έχουν δυνατότητα πρόσβασης σε θέση εργασίας, με την εξάλειψη κάθε προσκόμματος προσπέλασης και την εξασφάλιση ελευθερίας κίνησης.

Έτος 2006

Απασχόληση και εργασία

Α. Αλλαγή τόπου εργασίας(Υπόθεση 10310/2006)

Εργαζόμενη σε Τράπεζα προσέφυγε στον Συνήγορο του Πολίτη ζητώντας να διερευνηθεί κατά πόσο το Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας  (Σ.ΕΠ.Ε.) εξάντλησε τα περιθώρια ελέγχου του κατά την διερεύνηση καταγγελίας της σε βάρος της εργοδότριας Τράπεζας για παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας και συγκεκριμένα για διακριτική μεταχείριση λόγω αναπηρίας.  Η καταγγέλλουσα είχε προσληφθεί ως άτομο με αναπηρία κατ’ εφαρμογή του Ν. 1648/1986 από την εργοδότρια Τράπεζα το έτος 1995 και τοποθετήθηκε εξ αρχής σε υποκατάστημα πλησίον της οικίας της. Στις 15-5-2006  της ανακοινώθηκε η μετακίνησή της σε άλλο υποκατάστημα της Τράπεζας, μακριά από τον τόπο κατοικίας της, γεγονός που θα καθιστούσε ιδιαιτέρως επαχθή τη μετάβασή της στον τόπο εργασίας της λαμβανομένης υπ’ όψιν της αναπηρίας της. Το Σ.ΕΠ.Ε. προκειμένου να εξετάσει την εν λόγω καταγγελία προχώρησε σε διενέργεια συμφιλιωτικής  διαδικασίας μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών. Κατά τη διαδικασία αυτή, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω μετακίνηση συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας καθότι έγινε κατά παραβίαση της υποχρέωσης του εργοδότη για λήψη μέτρων εύλογων προσαρμογών, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 10 του Ν. 3304/2005 και γενικότερα διότι συνιστούσε ενέργεια που έγινε χωρίς δίκαιη  κρίση ως θα οφείλετο. Από την πλευρά της, η εργοδότρια Τράπεζα  ισχυρίστηκε ότι ήλεγξε όλες τις πιθανές θέσεις που θα μπορούσε να καλύψει η προσφεύγουσα σε υποκατάστημα πλησίον του τόπου κατοικίας της, πλην όμως διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα. Κατόπιν αυτών, η αρμόδια Επιθεωρήτρια του Σ.ΕΠ.Ε. έκρινε ότι δεν μπορούσε να επιτευχθεί συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς και συνέστησε στην καταγγέλλουσα να προσφύγει στα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια.

Κατά τη διερεύνηση της αναφοράς από τον Συνήγορο του Πολίτη προέκυψε ότι, σύμφωνα με τον Ν. 2639/1998 (ΦΕΚ Α’ 205 Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις.) ο ρόλος του Σ.ΕΠ.Ε. είναι κατεξοχήν ελεγκτικός, με την έννοια ότι ελέγχει και αποφαίνεται περί της βασιμότητας ή μη κάποιας καταγγελίας  για παραβίαση της εργατικής (ή ασφαλιστικής) νομοθεσίας και επιβάλλει κυρώσεις όπου δει.  Συνεπώς, οι αρμοδιότητες του Σ.ΕΠ.Ε. είναι κατά πολύ διευρυμένες σε σχέση με τη διαμεσολαβητική – συμφιλιωτική δυνατότητα παρέμβασης ή, σε περίπτωση αποτυχίας αυτής, την απλή σύσταση προσφυγής στη Δικαιοσύνη. Ως προς το επί της ουσίας ζήτημα που αφορά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη περί μετάθεσης του εργαζομένου, αυτό περιορίζεται κατ’ αρχήν από τις γενικές διατάξεις του αστικού δικαίου  που απαγορεύουν την κατάχρηση δικαιώματος (Α.Κ. 281). Περαιτέρω, στο πεδίο εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης, η άσκηση του εν λόγω διευθυντικού δικαιώματος η οποία συνιστά, κατ’ αρχήν, μια φαινομενικά ουδέτερη πρακτική ενδέχεται εντούτοις να θέσει έναν εργαζόμενο με αναπηρία σε μειονεκτική θέση συγκριτικά με τους άλλους εργαζομένους που φέρουν κατά τα λοιπά τα ίδια βασικά χαρακτηριστικά. Σε μια τέτοια περίπτωση, η πρακτική αυτή ισοδυναμεί με έμμεση διάκριση υπό την έννοια του άρθρου 7 § 1 περ. β’ του Ν. 3304/2005, εκτός αν δικαιολογείται αντικειμενικά από έναν θεμιτό σκοπό και συνιστά μέσο πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξή του ή εάν ο εργοδότης έχει λάβει όλα τα πρόσφορα και ενδεδειγμένα μέτρα εύλογων προσαρμογών που δεν συνεπάγονται δυσανάλογο κόστος ή που αντισταθμίζονται από μέτρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο  πολιτικής υπέρ των ατόμων με αναπηρία, όπως επιτάσσει το άρθρο 10 του  νόμου αυτού και 21 § 6 του Συντάγματος.

Στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης αυτής, ο Συνήγορος του Πολίτη προέβη επίσης σε επισημάνσεις σχετικά με την αποδεικτική διαδικασία και την κατανομή του βάρους απόδειξης (άρθρο 14 § 1 του Ν. 3304/2005). Συγκεκριμένα, ο Συνήγορος του Πολίτη επισήμανε ότι, εφόσον ο φερόμενος ως βλαπτόμενος ισχυρίζεται ενώπιον Διοικητικής Αρχής ( Σ.ΕΠ.Ε.) ότι συντρέχει έμμεση διάκριση, το αντίδικο μέρος φέρει το βάρος της απόδειξης ότι δεν συνέτρεξαν περιστάσεις που συνιστούν παραβίαση της αρχής ή ότι συντρέχουν λόγοι που την δικαιολογούν (όπως είναι ο θεμιτός σκοπός κλπ). Έτσι, εάν η καταγγελία κριθεί βάσιμη με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και διαπιστωθεί παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και αντιστοίχως της εργατικής νομοθεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Ν. 3304/2005, το Σ.ΕΠ.Ε. οφείλει να επιβάλλει στον εργοδότη το προβλεπόμενο από την κείμενη νομοθεσία πρόστιμο (άρθρο 16, παρ. 1, εδάφιο α’ του ν. 2639/1998). Αντιστοίχως, σε περίπτωση που η καταγγελία κριθεί αβάσιμη, θα πρέπει από την αποδεικτική διαδικασία να προκύπτει ότι δεν συνέτρεξαν περιστάσεις που συνιστούν παραβίαση της αρχής  της ίσης μεταχείρισης ή ότι συνέτρεξαν συγκεκριμένες περιστάσεις που την δικαιολογούν.

Εν όψει των ανωτέρω, ο Συνήγορος του Πολίτη έκρινε ότι το Σ.ΕΠ.Ε. δεν εξάντλησε τις αρμοδιότητές του και πρότεινε να επανεξετάσει την καταγγελία. Σε απάντηση, το Σ.ΕΠ.Ε ενημέρωσε την Αρχή ότι τελικώς το συγκεκριμένο πρόβλημα διευθετήθηκε με δικαστική απόφαση ασφ/κών μέτρων (Διετάχθη η επιστροφή της καταγγέλλουσας στο υποκ/μα στο οποίο εργαζόταν μέχρι την μετακίνησή της) και επιπλέον η καταγγέλλουσα, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα, δήλωσε ότι δεν επιθυμεί  την περαιτέρω διερεύνηση του θέματος από το Σ.ΕΠ.Ε. Η αναφορά αυτή αποτέλεσε το έρεισμα για την περαιτέρω διερεύνηση τρόπων βελτίωσης της συνεργασίας του Συνηγόρου του Πολίτη με το ΣΕΠΕ, αλλά και αποσαφήνισης των νέων αρμοδιοτήτων.

Επιστολή

Β. Μετάταξη σε δημόσια υπηρεσία (Υπόθεση 3429/2006)

Εργαζόμενη με αναπηρία σε θέση νοσηλευτικού προσωπικού σε Περιφερειακό Νοσοκομείο αιτήθηκε τη μετάταξή της σε θέση διοικητικού σε άλλο Περιφερειακό Νοσοκομείο. Από τη διερεύνηση της αναφοράς προέκυψε ότι ήδη στην θέση που κατείχε της ανατίθεντο λόγω της αναπηρίας της διαφορετικά καθήκοντα από τα προβλεπόμενα για τη συγκεκριμένη θέση. Ενόψει αυτού, ο Συνήγορος του Πολίτη έκρινε ότι είχε εκπληρωθεί η προβλεπόμενη από τον ν.3304/05 υποχρέωση για εύλογες προσαρμογές. Για τον λόγο αυτό, το αίτημα για μετάταξη σε άλλο νοσοκομείο κρίθηκε ότι υπερβαίνει την συγκεκριμένη υποχρέωση και η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο, δεδομένου ότι δεν διαπιστώθηκε παραβίαση της κείμενης νομοθεσίας.

Γ. Πρόσληψη (Υπόθεση 9581/2005)

Υποψήφια για θέση νοσηλευτικού προσωπικού σε Δημόσιο Νοσοκομείο διαμαρτυρήθηκε για την απόρριψη του αιτήματός της, θεωρώντας ότι σχετίζεται με την αναπηρία της. Για τον λόγο αυτό, άσκησε ένσταση κατά της απορριπτικής απόφασης ενώπιον του ΑΣΕΠ. Κατά την εξέταση της ένστασης διαπιστώθηκε εσφαλμένη μοριοδότηση της ενδιαφερόμενης, η οποία μετά την κατ’ ένσταση κρίση κατετάγη δεύτερη στον κατάλογο των επιλαχόντων, αλλά τελικώς δεν προσελήφθη λόγω έλλειψης των απαιτούμενων μορίων. Ο Συνήγορος του Πολίτη από τη διερεύνηση της αναφοράς διαπίστωσε ότι η εν λόγω απόρριψη είναι νόμιμη και δεν συνιστά παραβίαση των ν.3304/05.

Δ. Πρόσληψη (Υπόθεση 2410/2006)

Πολίτις με αναπηρία διαμαρτυρήθηκε για την απόρριψη της υποψηφιότητάς της για κατάληψη θέσης διοικητικού προσωπικού στο ΙΚΑ. Στη συνέχεια άσκησε εμπροθέσμως ένσταση και ο Συνήγορος του Πολίτη είχε την προφορική διαβεβαίωση από την αρμόδια υπηρεσία ότι το ζήτημα επρόκειτο άμεσα να διευθετηθεί. Τελικώς η ενδιαφερόμενη προσελήφθη.

Ε. Επαγγελματική κατάρτιση – Συμμετοχή σε προφορικές εξετάσεις(Υπόθεση 3377/06)

Σπουδαστής της Ακαδημίας Εμπορικού Ναυτικού διαμαρτυρήθηκε για την άρνηση της Ακαδημίας να διενεργήσει προφορικές εξετάσεις, μολονότι ο ενδιαφερόμενος εμφανίζει ειδική διαταραχή του λόγου (δυσλεξία) και για τον λόγο αυτό η επίδοσή του στα μαθήματα δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί με γραπτές εξετάσεις. Ειδικότερα, ο εν λόγω σπουδαστής εισήχθη λόγω δυσλεξίας με προφορικές εξετάσεις στη σχολή, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 27 του π.δ. 86/2001, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τη την παρ. 19 του άρθρου 1 του π.δ. 26/2002 (Εξέταση μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες). Εντούτοις, παρά την αρχική εισαγωγή του με το ειδικό αυτό καθεστώς και με προφορικές εξετάσεις, η Διοίκηση της σχολής αρνείται τη διεξαγωγή προφορικών εξετάσεων, καθιστώντας αδύνατη, όχι μόνον την ευδόκιμη φοίτηση του σπουδαστή κατά την τρέχουσα εξεταστική περίοδο, αλλά και την περαιτέρω συνέχιση και ολοκλήρωση των σπουδών του στην Ακαδημία. Ο Συνήγορος του Πολίτη σε έγγραφό του προς την Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού, ζήτησε την ειδική αιτιολόγηση της ως άνω άρνησης, παρά την αρχική αποδοχή της εισαγωγής του σπουδαστή με το ειδικό καθεστώς των μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Ειδικότερα επισημάνθηκε ότι, τυχόν άρνηση της Ακαδημίας να διενεργήσει εξετάσεις με τρόπο πρόσφορο και προσαρμοσμένο στις  ειδικές απαιτήσεις της σχολής, αλλά και σε τυχόν ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες των σπουδαστών της, ενδέχεται να συνιστά έμμεση διάκριση λόγω αναπηρίας. Η διάκριση αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον εφόσον έχει νόμιμο έρεισμα, εξυπηρετείται συγκεκριμένος νόμιμος σκοπός και η πρακτική που εισάγει τη διάκριση εναρμονίζεται με την αρχή της αναλογικότητας και της προσφορότητας. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ενδεχόμενος έμμεσος αποκλεισμός των δυσλεκτικών σπουδαστών από την περάτωση των σπουδών τους στην Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού με την άρνηση υποβολής τους σε προφορικές εξετάσεις, θα πρέπει επιπλέον να εξειδικεύει τους λόγους για τους οποίους η δυσλεξία συνιστά ουσιώδες και καθοριστικό κώλυμα για την επαγγελματική τους κατάρτιση και την μεταγενέστερη επαγγελματική τους σταδιοδρομία, προκειμένου να καθίσταται δυνατή η υπαγωγή της διάκρισης αυτής στην νόμιμη εξαίρεση του άρθρου 9 του ν.3304/05, σύμφωνα με την οποία «1. Κατά παρέκκλιση των άρθρων 2 παράγραφος 1 και 7 παράγραφος 1, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη διάκριση η διαφορετική μεταχείριση που βασίζεται σε χαρακτηριστικό σχετικό με τις θρησκευτικές ή άλλες πεποιθήσεις, την ηλικία, αναπηρία ή το γενετήσιο προσανατολισμό, το οποίο, λόγω της φύσης των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή του πλαισίου εντός του οποίου αυτές ασκούνται, αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση και εφόσον ο οικείος σκοπός είναι θεμιτός και η προϋπόθεση ανάλογη».

Η Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού απάντησε ότι οι διατάξεις που προβλέπουν την υποχρέωση παροχής ειδικής εκπαίδευσης και ειδικού τρόπου αξιολόγησης αναφέρονται στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με αποτέλεσμα να μην συνάγεται σχετική υποχρέωση για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Επιπλέον, επισημάνθηκε ότι η άσκηση του ναυτικού επαγγέλματος, σύμφωνα και με τη Διεθνή Σύμβαση STCW 1978 απαιτεί συγκεκριμένες ικανότητες στον γραπτό λόγο στις οποίες ενδεικτικά αναφέρονται η χρήση χειρόγραφου ημερολογίου γέφυρας/μηχανής, η συνομολόγηση συμβάσεων, η χρήση ηλεκτρονικών οργάνων στις οποίες είναι πιθανόν να μην μπορούν να ανταποκριθούν άτομα με πρόβλημα δυσλεξίας, εάν αυτό είναι έντονο. Τέλος, η ΑΕΝ επισήμανε ότι το ναυτικό επάγγελμα εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 9 του ν.3304/05. Η απάντηση κρίθηκε μερικώς ικανοποιητική, ο Συνήγορος του Πολίτη προτίθεται να επανέλθει με επισημάνσεις στο σκέλος που αφορά την εξατομικευμένη αδυναμία του συγκεκριμένου ενδιαφερόμενου.

Έτος 2005

Απασχόληση και εργασία

Α. Απόλυση (Υπόθεση 9581/2005)

Πολίτις με αναπηρία σε ποσοστό 51% προσλήφθηκε στο Νοσοκομείο «Παπαγεωργίου» ως μέλος προσωπικού θαλάμου. Σε αίτημά της για χορήγηση άδειας αναπηρίας έλαβε αρνητική απάντηση από τη διεύθυνση του νοσοκομείου, και μετά το πέρας της δοκιμαστικής περιόδου απασχόλησής της απολύθηκε με την αιτιολογία ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντά της. Προφορικά, όμως, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, της δηλώθηκε ότι απολύθηκε επειδή ήταν ανάπηρη. Στη συνέχεια, η αναφερόμενη συμμετείχε σε νέα προκήρυξη για την ίδια θέση και δεν επιλέχθηκε, με την αιτιολογία ότι είχε ήδη κριθεί ως υπάλληλος και δεν ανταποκρινόταν επαρκώς στα καθήκοντά της. Κατέθεσε ένσταση και αναμένεται η απόφαση. Η Αρχή έκρινε ότι υπάρχει prima facie περίπτωση διακριτικής μεταχείρισης (άρθρο 8, παράγρ. 1α του Ν. 3304/2005) και αναμένει την παρέλευση τριμήνου από την υποβολή της ένστασης ή την έκδοση της σχετικής απόφασης, προκειμένου να προβεί σε ενέργειες προς το νοσοκομείο.

Β. Περικοπές αποδοχών (Υπόθεση 7871/2005)

Πολίτης προσελήφθη σε Οργανισμό με βάση το καθεστώς των ποσοστώσεων που εισήγαγε ο Ν. 1648/1986 για τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Τον τελευταίο χρόνο, οι προϊστάμενοι του υποκαταστήματος που υπηρετεί, δεν αποδέχθηκαν ιατρικά πιστοποιητικά ως δικαιολογητικά για την απουσία του από την εργασία, προβαίνοντας στη συνέχεια σε περικοπές αποδοχών. Καθώς ο αναφερόμενος επικαλείται και αποδεικνύει την έως τώρα ευδόκιμη υπηρεσία του, η Αρχή έκρινε ότι υπάρχει prima facie υπόθεση διακριτικής μεταχείρισης (άρθρο 8, παράγρ. 1α του Ν. 3304/2005), απευθύνθηκε εγγράφως προς τον Οργανισμό και αναμένει απάντηση.

Γ. Πρόσβαση στον χώρο εργασίας (Υπόθεση 15589/2005)

Ο Συνήγορος του Πολίτη εξέτασε αναφορά ατόμου με ειδικές ανάγκες, που κινείται με αναπηρικό αμαξίδιο, με θέμα τη διακοπή λειτουργίας φωτεινού σηματοδότη για πεζούς επί της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται καθημερινά η πρόσβασή της στην εργασία της σε αντικρινό νοσοκομείο. Η Αρχή υπενθύμισε στους αρμόδιους φορείς την υποχρέωση (άρθρο 10 σε συνδυασμό με το άρθρο 12 του Ν. 3304/2005) να λάβουν μέτρα για τη διευκόλυνση της κυκλοφορίας των ατόμων με κινητικά προβλήματα στο σημείο του συγκεκριμένου σηματοδότη

Δ. Πρόσληψη (Υπόθεση 5410/2005)

Πολίτις, άτομο με ειδικές ανάγκες, επικαλέστηκε άμεση διάκριση εις βάρος της επειδή η διοίκηση υποκαταστήματος της Τράπεζας της Ελλάδος σε πόλη της επαρχίας αρνήθηκε να την προσλάβει κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του Ν. 2643/1998 «περί απασχόλησης προσώπων ειδικών κατηγοριών».Επειδή οι τράπεζες εξαιρούνται ρητά από το πεδίο αρμοδιοτήτων του Συνηγόρου του Πολίτη (άρθρο 3, παράγρ. 1 του Ν. 3094/2003), η Αρχή διαβίβασε την αναφορά στην Επιτροπή Ίσης Μεταχείρισης και στη Διεύθυνση Κοινωνικής Προστασίας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, προκειμένου να διερευνηθεί η αρμοδιότητά τους για εξέταση της υπόθεσης, ιδίως της επιτροπής, ως φορέα προώθησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

 

© ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ 2007
Χατζηγιάννη Μέξη 5, 115 28 Αθήνα, 3ος όροφος
fax: 210 7292129
Email: diakriseis@synigoros.gr